Κωνσταντίνος Μπέρμπεης, Επεμβατικός Καρδιολόγος
«Η βαλβίδα σας δεν ανοίγει καλά»
Αυτή είναι ίσως η πιο συχνή φράση που ακούει ένας ασθενής όταν διαγιγνώσκεται με στένωση αορτικής βαλβίδας.

Συνήθως η διάγνωση έχει ήδη τεθεί από τον καρδιολόγο που πραγματοποίησε το υπερηχογράφημα καρδιάς. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί ασθενείς φτάνουν στο επόμενο στάδιο της αξιολόγησης χωρίς να έχουν κατανοήσει πλήρως τι ακριβώς σημαίνει η αορτική στένωση.
Τι σημαίνει ότι η βαλβίδα «δεν ανοίγει καλά»;
Πόσο σοβαρό είναι;
Πότε χρειάζεται απλή παρακολούθηση και πότε θεραπεία;
Και κυρίως, πώς αποφασίζεται σήμερα αν ένας ασθενής χρειάζεται χειρουργική αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας ή διαδερμική αντικατάσταση βαλβίδας (TAVI);
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που συναντώ συχνότερα σε ανθρώπους που έρχονται για πρώτη φορά στο ιατρείο έχοντας ήδη ακούσει τη διάγνωση της στένωσης αορτικής βαλβίδας.
Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εξηγήσει με απλό και κατανοητό τρόπο τι ακριβώς είναι η στένωση αορτικής βαλβίδας (αορτική στένωση), ποια συμπτώματα πρέπει να γνωρίζετε, πότε απαιτείται στενότερη παρακολούθηση και ποιες θεραπευτικές επιλογές διαθέτουμε σήμερα.
Το σημαντικότερο μήνυμα που θα ήθελα να κρατήσετε είναι ότι η αορτική στένωση δεν αντιμετωπίζεται με μία λύση για όλους. Η σωστή προσέγγιση δεν βασίζεται μόνο στα χαρακτηριστικά της βαλβίδας ή στη βαρύτητα της νόσου, αλλά και στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, στα συμπτώματά του, στη συνολική κατάσταση της υγείας του και στους προσωπικούς του στόχους.
Τι σημαίνει πραγματικά ότι η βαλβίδα «δεν ανοίγει καλά»;
Για να καταλάβουμε τι είναι η αορτική στένωση, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τον ρόλο της αορτικής βαλβίδας.
Η αορτική βαλβίδα βρίσκεται στην έξοδο της αριστερής κοιλίας, του κύριου θαλάμου άντλησης της καρδιάς. Κάθε φορά που η καρδιά συστέλλεται, η βαλβίδα ανοίγει ώστε το αίμα να περάσει στην αορτή και από εκεί να μεταφερθεί σε ολόκληρο το σώμα.
Σε μια φυσιολογική καρδιά, η βαλβίδα ανοίγει πλήρως και επιτρέπει στο αίμα να ρέει χωρίς σημαντική αντίσταση.
Όταν όμως η βαλβίδα αρχίζει να στενεύει, το άνοιγμά της γίνεται σταδιακά μικρότερο. Η καρδιά χρειάζεται τότε να παράγει μεγαλύτερη πίεση για να εξωθήσει την ίδια ποσότητα αίματος προς το σώμα.
Αυτό είναι που ονομάζουμε στένωση αορτικής βαλβίδας ή απλούστερα αορτική στένωση.

Φυσιολογική αορτική βαλβίδα σε σύγκριση με σοβαρά στενωμένη αορτική βαλβίδα
Στους περισσότερους ασθενείς η διαδικασία αυτή σχετίζεται με την ηλικία και την προοδευτική ασβέστωση της βαλβίδας. Με την πάροδο των ετών, οι γλωχίνες της βαλβίδας γίνονται πιο άκαμπτες λόγω της ασβέστωσης και αδυνατούν να ανοίξουν πλήρως.
Σε άλλες περιπτώσεις η αιτία είναι μια συγγενής ανατομική παραλλαγή που ονομάζεται δίπτυχη αορτική βαλβίδα. Αντί για τρεις γλωχίνες, η βαλβίδα διαθέτει δύο, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη εκφύλιση και ασβέστωση σε νεότερη ηλικία.
Το σημαντικό είναι ότι η διαδικασία αυτή εξελίσσεται συνήθως αργά, συχνά για πολλά χρόνια.
Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι εκπλήσσονται όταν πληροφορούνται ότι έχουν σοβαρή αορτική στένωση. Η καρδιά έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στις αυξημένες απαιτήσεις που δημιουργεί η στενωμένη βαλβίδα.
Αυτή η προσαρμογή όμως δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον.
Όσο η στένωση γίνεται πιο σοβαρή, η καρδιά αναγκάζεται να εργάζεται όλο και πιο σκληρά για να διατηρήσει φυσιολογική κυκλοφορία του αίματος.
Και κάπου εκεί αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ότι η βαλβίδα δεν είναι πλέον απλώς ένα εύρημα στο υπερηχογράφημα, αλλά μια πάθηση που αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα και τη λειτουργία της καρδιάς.
Και αυτό μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα:
Πώς θα καταλάβω αν η αορτική στένωση αρχίζει να με επηρεάζει;
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ερώτηση για έναν ασθενή που μόλις έμαθε ότι έχει αορτική στένωση.
Σε αντίθεση με άλλες παθήσεις που εμφανίζονται ξαφνικά, η αορτική στένωση εξελίσσεται συνήθως αργά και για τον λόγο αυτό οι αλλαγές στην καθημερινότητα μπορεί να είναι τόσο σταδιακές ώστε να μην γίνουν άμεσα αντιληπτές.
Στα αρχικά στάδια, πολλοί ασθενείς αισθάνονται απολύτως καλά. Συνεχίζουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς και η στένωση της βαλβίδας αποτελεί απλώς ένα εύρημα στο υπερηχογράφημα.
Όσο όμως η στένωση γίνεται πιο σοβαρή, η καρδιά χρειάζεται να εργαστεί όλο και πιο σκληρά για να εξωθήσει το αίμα προς το σώμα.
Για τους περισσότερους ανθρώπους, το πρώτο σύμπτωμα είναι μια σταδιακή μείωση της αντοχής. Το περπάτημα γίνεται λίγο πιο δύσκολο ή οι σκάλες απαιτούν περισσότερη προσπάθεια από ό,τι παλαιότερα.
Καθώς η νόσος εξελίσσεται, μπορεί να εμφανιστεί πιο ξεκάθαρη δύσπνοια κατά τη διάρκεια της προσπάθειας, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες που μέχρι πρόσφατα δεν δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα.
Άλλοι ασθενείς περιγράφουν έντονη κόπωση ή δυσκολία να ολοκληρώσουν καθημερινές δραστηριότητες που μέχρι πρότινος θεωρούσαν δεδομένες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζεται πόνος ή βάρος στο στήθος, ιδιαίτερα κατά τη σωματική προσπάθεια.
Πιο ανησυχητικό σύμπτωμα είναι ένα συγκοπτικό επεισόδιο (λιποθυμία), το οποίο αποτελεί πάντοτε λόγο άμεσης επανεκτίμησης.
Το σημαντικό είναι ότι τα συμπτώματα αυτά δεν εμφανίζονται πάντα απότομα.
Πολλές φορές οι ασθενείς προσαρμόζουν ασυνείδητα την καθημερινότητά τους και μειώνουν σταδιακά τη δραστηριότητά τους χωρίς να αντιληφθούν ότι η αιτία είναι η εξέλιξη της βαλβιδοπάθειας.
Για τον λόγο αυτό, η τακτική παρακολούθηση και η ανοιχτή συζήτηση με τον καρδιολόγο παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές.
Και αυτό μας οδηγεί στο επόμενο ερώτημα:
Τι σημαίνει αν η αορτική στένωση είναι σοβαρή αλλά δεν έχω κανένα σύμπτωμα;
Έχω σοβαρή αορτική στένωση αλλά αισθάνομαι καλά. Τι σημαίνει αυτό;
Αυτή είναι μία από τις συχνότερες ερωτήσεις που ακούω από ασθενείς μετά τη διάγνωση σοβαρής αορτικής στένωσης.
Και είναι μια απολύτως λογική απορία.
Δεν είναι σπάνιο ένας ασθενής να πληροφορείται από το υπερηχογράφημα ότι έχει σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται καλά στην καθημερινότητά του.
Και τότε γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα:
Αν η βαλβίδα μου είναι τόσο στενωμένη, γιατί δεν χρειάζεται να κάνω κάτι άμεσα;
Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η νόσος.
Η αορτική στένωση αναπτύσσεται συνήθως σταδιακά, σε βάθος ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η καρδιά προσαρμόζεται στις αυξημένες απαιτήσεις που δημιουργεί η στενωμένη βαλβίδα και μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα να διατηρεί ικανοποιητική λειτουργία χωρίς ο ασθενής να εμφανίζει εμφανή συμπτώματα.
Για τον λόγο αυτό, η παρουσία σοβαρής αορτικής στένωσης σε έναν ασυμπτωματικό ασθενή αντιμετωπίζεται αρχικά συντηρητικά.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αγνοήσουμε τη νόσο.
Αντίθετα, η φάση κατά την οποία ο ασθενής παραμένει ασυμπτωματικός είναι η φάση που η παρακολούθηση αποκτά πολύ μεγάλη σημασία.
Ο στόχος είναι να αναγνωρίσουμε εγκαίρως τη στιγμή κατά την οποία η βαλβιδοπάθεια αρχίζει να επηρεάζει ουσιαστικά την καρδιά ή την καθημερινότητα του ασθενούς.
Η παρακολούθηση περιλαμβάνει τακτική κλινική εκτίμηση και επαναλαμβανόμενα υπερηχογραφήματα καρδιάς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο καρδιολόγος μπορεί να προτείνει περαιτέρω εξετάσεις, όπως δοκιμασία κόπωσης, stress υπερηχοκαρδιογράφημα ή αξονική τομογραφία καρδιάς, ώστε να αποκτήσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της νόσου.

Στην πράξη, αυτό που συζητώ πάντα με τους ασθενείς μου είναι ποια συμπτώματα πρέπει να τους οδηγήσουν να επικοινωνήσουν ξανά μαζί μου, ίσως και επειγόντως, πριν ακόμη από το επόμενο προγραμματισμένο ραντεβού μας.
Η εμφάνιση δύσπνοιας, σημαντικής μείωσης της αντοχής, πόνου στο στήθος, ζάλης ή ενός συγκοπτικού επεισοδίου μπορεί να σηματοδοτεί ότι η νόσος έχει περάσει σε ένα διαφορετικό στάδιο και ότι χρειάζεται επανεκτίμηση.
Πρακτικά, ο στόχος δεν είναι να επέμβουμε όσο το δυνατόν νωρίτερα ούτε να περιμένουμε περισσότερο από όσο πρέπει.
Ο στόχος είναι να επιλέξουμε τη σωστή χρονική στιγμή για παρέμβαση.
Η διάγνωση σοβαρής αορτικής στένωσης σε έναν ασυμπτωματικό ασθενή αποτελεί συνήθως την έναρξη μιας περιόδου στενής παρακολούθησης. Μιας περιόδου κατά την οποία ο ασθενής και ο καρδιολόγος του παρακολουθούν μαζί την πορεία της νόσου και προετοιμάζονται για τη στιγμή που η παρακολούθηση δεν θα είναι πλέον αρκετή.
Και αυτό μας οδηγεί στο επόμενο σημαντικό ερώτημα:
Πότε η παρακολούθηση δεν είναι πλέον αρκετή και πότε αρχίζουμε να συζητάμε για θεραπεία;
Πότε η παρακολούθηση δεν είναι πλέον αρκετή;
Ένας ασθενής με σοβαρή αορτική στένωση μπορεί να παρακολουθείται για χρόνια χωρίς να χρειάζεται κάποια επέμβαση.
Η στιγμή που αλλάζει η στρατηγική μας δεν καθορίζεται συνήθως από ένα συγκεκριμένο νούμερο στο υπερηχογράφημα.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, έρχεται όταν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα που σχετίζονται με τη βαλβιδοπάθεια.
Η δύσπνοια, η μείωση της αντοχής, ο πόνος στο στήθος ή ένα επεισόδιο συγκοπής αποτελούν συχνά τα σημάδια ότι η καρδιά δεν μπορεί πλέον να αντιρροπήσει πλήρως το πρόβλημα που δημιουργεί η στενωμένη βαλβίδα.
Όταν συμβεί αυτό, η συζήτηση αλλάζει.
Αρχίζουμε να συζητάμε πώς θα αντιμετωπίσουμε επεμβατικά τη νόσο.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η μετάβαση αυτή γίνεται πριν ακόμη εμφανιστούν ξεκάθαρα συμπτώματα.
Ορισμένες εξετάσεις, όπως η δοκιμασία κόπωσης ή το stress υπερηχοκαρδιογράφημα, μπορούν να αποκαλύψουν ότι η καρδιά επιβαρύνεται περισσότερο από όσο φαίνεται στην καθημερινότητα του ασθενούς.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ευρήματα των εξετάσεων μπορεί να οδηγήσουν τον καρδιολόγο να ανοίξει νωρίτερα τη συζήτηση για θεραπεία.
Και όταν φτάσουμε σε εκείνο το σημείο, προκύπτει το επόμενο ερώτημα:
Ποια είναι η κατάλληλη θεραπευτική επιλογή για εμένα;
Πώς αποφασίζεται η κατάλληλη θεραπεία για κάθε ασθενή;
Αφού ληφθεί η απόφαση ότι ένας ασθενής χρειάζεται θεραπεία για τη σοβαρή αορτική στένωση, προκύπτει το επόμενο ερώτημα:
Ποια είναι η καλύτερη επιλογή για εμένα;
Πολλοί ασθενείς έρχονται έχοντας ήδη αποφασίσει ότι θέλουν να κάνουν TAVI, επειδή γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια λιγότερο επεμβατική θεραπεία που πραγματοποιείται συνήθως από το πόδι και δεν απαιτεί ανοικτό χειρουργείο.
Αυτό είναι απολύτως κατανοητό.

Ωστόσο, η καταλληλότερη θεραπεία δεν καθορίζεται από το ποια επέμβαση φαίνεται πιο εύκολη ή πιο ελκυστική. Καθορίζεται από το ποια θεραπεία αναμένεται να προσφέρει το καλύτερο αποτέλεσμα για τον συγκεκριμένο ασθενή.
Όταν συζητάμε έναν ασθενή με σοβαρή αορτική στένωση, δεν εξετάζουμε μόνο μία τεχνική ή μία επέμβαση. Εξετάζουμε τη γενική του κατάσταση, τις συνοσηρότητές του, τα ανατομικά χαρακτηριστικά της καρδιάς και των αγγείων του, τον τρόπο ζωής του, αλλά και τις προσδοκίες που έχει από τη θεραπεία.
Για τον λόγο αυτό, οι αποφάσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται απαραίτητα στο πλαίσιο μιας εξειδικευμένης ομάδας καρδιάς (Heart Team), στην οποία συμμετέχουν επεμβατικοί καρδιολόγοι, καρδιοχειρουργοί και, όταν χρειάζεται, άλλες ειδικότητες.
Ο στόχος δεν είναι να βρεθεί η καλύτερη θεραπεία γενικά.
Ο στόχος είναι να βρεθεί η καλύτερη θεραπεία για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Και για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη διαδικασία, πρέπει πρώτα να δούμε ποιες είναι σήμερα οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.
Χειρουργείο ή TAVI; Υπάρχει καλύτερη επιλογή;
Σήμερα υπάρχουν δύο βασικές θεραπευτικές επιλογές για την αντιμετώπιση της σοβαρής αορτικής στένωσης.
Η πρώτη είναι η χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας, κατά την οποία η πάσχουσα βαλβίδα αφαιρείται και αντικαθίσταται με μια νέα βαλβίδα. Η νέα βαλβίδα μπορεί να είναι βιολογική ή μηχανική, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του κάθε ασθενούς. Η χειρουργική αντικατάσταση αποτελεί καθιερωμένη θεραπεία εδώ και πολλές δεκαετίες και διαθέτει εξαιρετικά μακροχρόνια αποτελέσματα.
Η δεύτερη επιλογή είναι η διαδερμική αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας (TAVI). Πρόκειται για μια λιγότερο επεμβατική τεχνική, κατά την οποία η νέα βαλβίδα εμφυτεύεται μέσω καθετήρα, συνήθως από τη μηριαία αρτηρία στο πόδι, χωρίς να απαιτείται ανοικτό χειρουργείο.
Η ανάπτυξη και η ευρεία εφαρμογή της TAVI αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην επεμβατική καρδιολογία των τελευταίων δύο δεκαετιών. Η δυνατότητα διαδερμικής αντιμετώπισης της αορτικής στένωσης άνοιξε τον δρόμο για μια νέα εποχή στις δομικές καρδιοπάθειες και άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε πολλούς ασθενείς με βαλβιδοπάθειες.
Σήμερα, τόσο η χειρουργική αντικατάσταση όσο και η TAVI μπορούν να προσφέρουν εξαιρετικά αποτελέσματα όταν εφαρμόζονται στον κατάλληλο ασθενή.
Για τον λόγο αυτό, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποια μέθοδος είναι καλύτερη γενικά.
Το ερώτημα είναι ποια μέθοδος είναι καλύτερη για τον συγκεκριμένο ασθενή.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα προκύπτει μετά από προσεκτική αξιολόγηση από μια εξειδικευμένη ομάδα καρδιάς (Heart Team), η οποία λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του ασθενούς, τη βαρύτητα της νόσου, τα ανατομικά δεδομένα και τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες.
Και αυτό μας οδηγεί στην επόμενη σημαντική ερώτηση:
Πώς γίνεται να αλλάξει μια βαλβίδα χωρίς να ανοίξει το στήθος μου;
Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι ακούνε ότι χρειάζονται αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας, το πρώτο πράγμα που φαντάζονται είναι ένα μεγάλο χειρουργείο.
Για τον λόγο αυτό, όταν μαθαίνουν ότι υπάρχει η δυνατότητα να αντικατασταθεί η βαλβίδα χωρίς να ανοίξει ο θώρακας, η πρώτη απορία είναι συνήθως η ίδια:
«Πώς γίνεται να μπει μια καινούργια βαλβίδα μέσα στην καρδιά;»
Η απάντηση είναι ότι η διαδερμική αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας (TAVI) πραγματοποιείται μέσω καθετήρων, συνήθως από τη μηριαία αρτηρία στο πόδι.
Μέσα από έναν ειδικό καθετήρα, η νέα βαλβίδα προωθείται μέχρι την καρδιά και τοποθετείται στη θέση της πάσχουσας αορτικής βαλβίδας.
Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα που ακολουθούν είναι αν κατά τη διάρκεια της επέμβασης αφαιρείται η παλιά βαλβίδα.
Η απάντηση είναι όχι.
Η νέα βαλβίδα εμφυτεύεται μέσα στη στενωμένη βαλβίδα και αναλαμβάνει άμεσα τη λειτουργία της, αποκαθιστώντας τη φυσιολογική ροή του αίματος από την καρδιά προς το σώμα.
Στη σύγχρονη πρακτική, η TAVI πραγματοποιείται συνήθως χωρίς γενική αναισθησία και χωρίς διασωλήνωση. Μετά την επέμβαση, οι ασθενείς κινητοποιούνται γρήγορα και παραμένουν για σύντομη παρακολούθηση.
Στη δική μας καθημερινή πρακτική, οι περισσότεροι ασθενείς παραμένουν ένα βράδυ στη μονάδα και ένα ακόμη βράδυ στον θάλαμο πριν επιστρέψουν στο σπίτι τους.
Η ταχεία ανάρρωση αποτελεί ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα της μεθόδου.
Ωστόσο, όπως κάθε ιατρική πράξη, έτσι και η TAVI συνοδεύεται από συγκεκριμένες ενδείξεις, περιορισμούς και πιθανούς κινδύνους που πρέπει να συζητούνται αναλυτικά πριν από οποιαδήποτε απόφαση.
Συχνές ερωτήσεις για τη σοβαρή αορτική στένωση
Είμαι κατάλληλος για χειρουργείο ή για TAVI;
Αυτή είναι συνήθως η πρώτη ερώτηση όταν φτάνει η στιγμή να συζητήσουμε για θεραπεία.
Πολλοί ασθενείς θεωρούν ότι η TAVI είναι αυτόματα η καλύτερη επιλογή επειδή είναι λιγότερο επεμβατική. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη.
Η σωστή θεραπεία δεν εξαρτάται μόνο από την ηλικία ή από το τι προτιμά ο ασθενής. Εξαρτάται από το συνολικό προφίλ του κάθε ανθρώπου και από το ποια θεραπεία αναμένεται να προσφέρει το καλύτερο αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα.
Για τον λόγο αυτό, δύο ασθενείς με την ίδια πάθηση μπορεί τελικά να λάβουν διαφορετική σύσταση.
Πόσο επικίνδυνες είναι το χειρουργείο και η TAVI;
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ερώτηση πριν από οποιαδήποτε επέμβαση.
Τόσο η χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας όσο και η TAVI είναι σήμερα καθιερωμένες θεραπείες με πολύ καλά αποτελέσματα.
Παρόλα αυτά, καμία επέμβαση δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από κινδύνους.
Οι σημαντικότερες επιπλοκές περιλαμβάνουν αιμορραγίες, αγγειακές επιπλοκές, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ανάγκη εμφύτευσης μόνιμου βηματοδότη και σπανιότερα σοβαρότερες επιπλοκές.
Το σημαντικό είναι ότι ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος για όλους τους ασθενείς. Για αυτό η συζήτηση πριν από την επέμβαση πρέπει πάντοτε να είναι εξατομικευμένη.
Μπορώ να συνεχίσω να ζω φυσιολογικά με αορτική στένωση αν δεν έχω συμπτώματα;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ναι.
Η παρουσία σοβαρής αορτικής στένωσης δεν σημαίνει από μόνη της ότι πρέπει να περιορίσετε τις δραστηριότητές σας ή να αλλάξετε τον τρόπο ζωής σας.
Αυτό που χρειάζεται είναι σωστή παρακολούθηση και επανεκτίμηση όταν εμφανιστούν συμπτώματα ή όταν ο καρδιολόγος διαπιστώσει ότι η νόσος αρχίζει να επηρεάζει τη λειτουργία της καρδιάς.
Πώς θα είναι η ζωή μου μετά τη θεραπεία;
Σε ασθενείς που είχαν δύσπνοια, κόπωση ή σημαντικό περιορισμό της καθημερινότητας, η βελτίωση μετά την αντικατάσταση της βαλβίδας είναι συχνά εντυπωσιακή.
Ο στόχος της θεραπείας δεν είναι απλώς να διορθώσουμε μια βαλβίδα. Είναι να επιτρέψουμε στον ασθενή να επιστρέψει σε μια πιο φυσιολογική και ενεργή ζωή.
Θα χρειαστεί να παίρνω αντιπηκτικά φάρμακα μετά την επέμβαση;
Όχι απαραίτητα.
Η ανάγκη για αντιπηκτική αγωγή εξαρτάται κυρίως από το είδος της βαλβίδας που θα χρησιμοποιηθεί αλλά και από το αν υπάρχουν άλλοι λόγοι που επιβάλλουν τη χορήγησή της, όπως η κολπική μαρμαρυγή.
Πρόκειται για ένα από τα θέματα που συζητούνται αναλυτικά πριν από την επιλογή της θεραπείας, ώστε ο ασθενής να γνωρίζει ακριβώς τι να περιμένει μετά την επέμβαση.
Τι πρέπει να θυμάστε
Η αορτική στένωση είναι μια πάθηση που συνήθως εξελίσσεται αργά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να μην προκαλεί κανένα σύμπτωμα, γι’ αυτό και η σωστή παρακολούθηση έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Το σημαντικό δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε πόσο σοβαρή είναι η στένωση στο υπερηχογράφημα. Είναι να αναγνωρίσουμε εγκαίρως τη στιγμή που η βαλβιδοπάθεια αρχίζει να επηρεάζει την καρδιά ή την καθημερινότητα του ασθενούς.
Σήμερα διαθέτουμε περισσότερες θεραπευτικές επιλογές από ποτέ. Η χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας και η TAVI μπορούν να προσφέρουν εξαιρετικά αποτελέσματα όταν εφαρμόζονται στον κατάλληλο ασθενή και τη σωστή χρονική στιγμή.
Για τον λόγο αυτό, η σωστή ενημέρωση, η στενή παρακολούθηση και η εξατομικευμένη αξιολόγηση παραμένουν τα σημαντικότερα στοιχεία για την αντιμετώπιση της νόσου.

